ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Στις συνθήκες λήψης των φωτογραφικών τεκμηρίων επικεντρώθηκε η αντεξέταση στην υπόθεση της Μονής Αββακούμ
Με επίκεντρο τις συνθήκες υπό τις οποίες λήφθηκαν φωτογραφικά τεκμήρια στη Μητρόπολη Ταμασού και στην Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ συνεχίστηκε τη Δευτέρα η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στο πλαίσιο της εκδίκασης του οικονομικού σκέλους της υπόθεσης. Η αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας εστίασε στη διαδικασία φωτογράφησης αντικειμένων και χρηματικών ποσών, καθώς και στις συνθήκες εισόδου και καταγραφής χώρων της Μονής.
Στη διαδικασία λήψης και καταγραφής φωτογραφικών τεκμηρίων από τη Μητρόπολη Ταμασού και την Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ επικεντρώθηκε η αντεξέταση του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας, αστυφύλακα Π.Ε., ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, στο πλαίσιο της εκδίκασης του οικονομικού σκέλους της υπόθεσης της Μονής Αββακούμ.
Ο μάρτυρας, ο οποίος είχε αναλάβει τη φωτογράφιση αντικειμένων και χρηματικών ποσών κατά τη διάρκεια των αστυνομικών εξετάσεων, κλήθηκε να απαντήσει σε σειρά ερωτήσεων που αφορούσαν τις φωτογραφίες που λήφθηκαν στις 9 Μαρτίου 2024 στη Μητρόπολη Ταμασού, καθώς και στις 13 Μαρτίου τόσο στη Μητρόπολη όσο και στην Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ.
Κατά την αντεξέτασή του από τον συνήγορο υπεράσπισης του πρώτου κατηγορούμενου, μοναχού Νεκτάριου, Κωστή Ευσταθίου, ο αστυφύλακας ανέφερε ότι στις 9 Μαρτίου μετέβη στη Μητρόπολη Ταμασού, όπου φωτογράφισε αντικείμενα που περιλαμβάνονται στη δέσμη Α του φωτογραφικού υλικού. Όπως ανέφερε, οι λήψεις πραγματοποιήθηκαν κυρίως σε υπόγειο χώρο της Μητρόπολης, παρουσία μελών της ΥΔΟΕ και προσώπων που σχετίζονταν με τη Μητρόπολη.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ενεργούσε βάσει οδηγιών άλλου αστυνομικού, ενώ οι αριθμητικές σημάνσεις που τοποθετούνταν στα αντικείμενα γίνονταν παρουσία του. Ωστόσο, δήλωσε ότι δεν θυμάται ποιος τοποθετούσε τις σχετικές ενδείξεις, επισημαίνοντας ότι άλλα πρόσωπα κατέγραφαν τα αντικείμενα και τους αριθμούς σε ειδικό έντυπο.
Σε σειρά ερωτήσεων αναφορικά με πιθανές μετακινήσεις αντικειμένων πριν από τη φωτογράφισή τους, ο μάρτυρας απάντησε επανειλημμένα ότι δεν θυμόταν, υπογραμμίζοντας ότι ο ίδιος αποτύπωνε φωτογραφικά τα αντικείμενα όπως αυτά παρουσιάζονταν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και σε φωτογραφίες δύο χρηματοκιβωτίων στη Μητρόπολη Ταμασού, με την υπεράσπιση να υποστηρίζει ότι από το φωτογραφικό υλικό φαίνεται να υπήρξαν μετακινήσεις αντικειμένων. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τη χρονική αλληλουχία ή τον συσχετισμό των λήψεων.
Αναφορικά με τις φωτογραφίες που λήφθηκαν στις 13 Μαρτίου στη Μητρόπολη, ο αστυφύλακας ανέφερε ότι αυτές απεικόνιζαν φακέλους και χρηματικά ποσά, τα οποία φωτογραφήθηκαν αφού προηγουμένως είχαν ανοιχθεί οι φάκελοι παρουσία του. Όπως είπε, δεν θυμάται ποιος αφαιρούσε ή επανατοποθετούσε τα χρήματα στους φακέλους, ενώ δήλωσε ότι δεν γνωρίζει αν οι φάκελοι που φωτογραφήθηκαν στις 9 Μαρτίου ήταν οι ίδιοι με εκείνους που φωτογραφήθηκαν τέσσερις ημέρες αργότερα.
Η αντεξέταση επεκτάθηκε στη συνέχεια στις φωτογραφίες που λήφθηκαν στην Ιερά Μονή Οσίου Αββακούμ στις 13 Μαρτίου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι λήψεις περιλαμβάνονται στη δέσμη Β του φωτογραφικού υλικού και αφορούν διάφορους χώρους της Μονής, όπως η είσοδος, εσωτερικοί χώροι κτηρίων, το αρχονταρίκι, ο χώρος έκθεσης προϊόντων και το εσωτερικό του ναού.
Όπως κατέθεσε, ενεργούσε και σε αυτή την περίπτωση βάσει οδηγιών άλλων προσώπων και σε ορισμένες περιπτώσεις δεν γνώριζε με ακρίβεια τον χώρο που φωτογράφιζε. Αναφερόμενος στην είσοδο στη Μονή, δήλωσε ότι εισήλθε μαζί με συναδέλφους του και άλλα μέλη, χωρίς ωστόσο να θυμάται τον ακριβή τρόπο πρόσβασης ή εάν είχε δοθεί σχετική άδεια.
Σε ερωτήσεις για εσωτερικούς χώρους της Μονής, ο αστυφύλακας περιέγραψε ότι φωτογραφήθηκαν γραφεία, έπιπλα, συρτάρια, ερμάρια, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, σημειώνοντας ότι σε μία περίπτωση συρτάρι ανοίχθηκε από ανακριτή προκειμένου να φωτογραφηθεί.
Αναφορά έγινε επίσης σε φωτογραφίες από τον χώρο έκθεσης προϊόντων και από το εσωτερικό της εκκλησίας, συμπεριλαμβανομένων σημείων στο ταβάνι του ιερού, όπου υπήρχαν σύρματα, χωρίς –όπως ανέφερε– να μετακινηθούν αντικείμενα.
Για φωτογραφίες που λήφθηκαν σε υπερκείμενο χώρο της Μονής, ο μάρτυρας ανέφερε ότι επρόκειτο για σημείο σε λόφο πάνω από το μοναστήρι, όπου είχαν μεταβεί μέλη της ΥΔΟΕ, χωρίς να μπορεί να επιβεβαιώσει ποια άλλα πρόσωπα βρίσκονταν εκεί.
Κατά την αντεξέταση από τον συνήγορο του δεύτερου κατηγορούμενου, μοναχού Πορφύριου, Ευστάθιο Ευσταθίου, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν γνώριζε εάν υπήρξε συγκατάθεση των κατηγορουμένων ή επίδειξη εντάλματος έρευνας, επισημαίνοντας ότι δεν είχε ο ίδιος ευθύνη για τη διαδικασία εισόδου ή τις σχετικές αποφάσεις ανωτέρων του.
Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν φωτογράφισε κελιά μοναχών και ότι δεν γνώριζε εάν οι χώροι που αποτυπώθηκαν φωτογραφικά χρησιμοποιούνταν ως χώροι διαμονής.
Μετά την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του μάρτυρα Π.Ε., η υπεράσπιση ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι ο επόμενος μάρτυρας συνδέεται με μεγάλο όγκο φωτογραφικού υλικού και η εξέτασή του αναμένεται να είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη.
Στο μεταξύ, η Κατηγορούσα Αρχή, μέσω του εκπροσώπου της Βασίλη Μπίσσα, υπέβαλε ένσταση σε αίτημα του δεύτερου κατηγορούμενου για παροχή νομικής αρωγής, επικαλούμενη στοιχεία έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας, σύμφωνα με τα οποία ο κατηγορούμενος διαθέτει εισόδημα και ακίνητη περιουσία.
Από την πλευρά του, ο δεύτερος κατηγορούμενος υποστήριξε ότι εργάζεται μόλις τους τελευταίους τρεις μήνες με κατώτατο μισθό, ενώ η ακίνητη περιουσία που διαθέτει, όπως ανέφερε, είτε δεν μπορεί εύκολα να αξιοποιηθεί είτε στερείται ουσιαστικής αξίας.
Το Δικαστήριο ζήτησε να προσκομιστούν κατά την επόμενη δικάσιμο στοιχεία που να αφορούν την εκτίμηση της ακίνητης περιουσίας του δεύτερου κατηγορούμενου, προκειμένου να εξετάσει περαιτέρω το αίτημα.
Η διαδικασία ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας ορίστηκε να συνεχιστεί στις 8 Ιουλίου, στις 09:30, με την εξέταση δύο μαρτύρων.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 'ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ'